κατάστεγνος

κατάστεγνος
-η, -ο (Α κατάστεγνος, -ον)
νεοελλ.
τελείως στεγνός, ολόστεγνος, ξερός («κατάστεγνα ρούχα»)
αρχ.
αυτός που έχει καλυφθεί τελείως, εντελώς σκεπασμένος.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Look at other dictionaries:

  • κατάστεγνος — close covered masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατάστεγνος — η, ο ολόστεγνος, κατάξερος: Του έφερε κατάστεγνα ρούχα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • καταστεγνούμαι — καταστεγνοῡμαι, όομαι (AM) [κατάστεγνος] καλύπτομαι καλά, είμαι επιμελώς σκεπασμένος …   Dictionary of Greek

  • πολυκαγκής — ές, Α (ποιητ. τ.) 1. αυτός που ξηραίνει, που στεγνώνει πολύ («τῷ δ ἀφέτην πολυκαγκέα δίψαν», Ομ.ιλ.) 2. φλογερός 3. πολύ ξηρός, κατάστεγνος («πολυκαγκής χώρα», Ανθ. Παλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < πολυ * + καγκής < θ. καγκ της λ. κάγκανος «ξηρός,… …   Dictionary of Greek

  • ολόστεγνος — η, ο ο τέλεια στεγνός, ο κατάστεγνος, ξερός, ολόξερος: Η γη είναι ολόστεγνη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”